Skip to main content

Αυτό δεν θέλω να το χάσω!

Μια μικρή μουσική επιλογή για τις σκέψεις που ακολουθούν ~ Αν θέλετε, αναζητήστε το What a Wonderful World του Louis Armstrong και αφήστε τη μουσική να σας κρατήσει συντροφιά όσο διαβάζετε. Και ναι, το What a Wonderful World ακούγεται και στο Mardou Radio.

Η φωτογραφία ήταν η πρώτη μου αγάπη και, για να είμαι ειλικρινής, δεν έπαψε ποτέ να είναι.Παντοτινή, που έλεγε κάποτε και μια γνωστή διαφήμιση. Θα μπορούσα να γράφω ατελείωτες ώρες γι’ αυτήν, ίσως γιατί όταν μιλάω για τη φωτογραφία, τις φωτογραφίες, δεν μιλάω μόνο για εικόνες, αλλά για συναισθήματα, για ανθρώπους και για τις ιστορίες που υπάρχουν μέσα στο κάδρο αλλά και έξω από αυτό.

Θυμάμαι σαν μικρό παιδί εκείνες τις μακρόστενες Kodak μηχανές που είχαν έναν παράξενο διαφανή κύβο από πάνω, που ξαφνικά έβγαζε ένα φως! Μια τέτοια φωτογραφική μηχανή θυμάμαι να βλέπω σε έναν γάμο που είχα πάει μαζί με τους γονείς μου. Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο από εκείνον τον γάμο.Παράξενα τα πράγματα που επιλέγει η μνήμη να κρατήσει.

Θυμάμαι επίσης τη μητέρα μου να συλλέγει φωτογραφικές μηχανές και συνέχεια να φωτογραφίζει, να γεμίζει άλμπουμ και συρτάρια με αρνητικά. Και θυμάμαι κι εμένα, μεγαλώνοντας, σχεδόν πάντα με μία φωτογραφική στα χέρια. Να φωτογραφίζω την οικογένεια, φίλους, παρέες και οτιδήποτε μου κέντριζε το ενδιαφέρον. Υπάρχουν περίοδοι της ζωής μου όπου στις φωτογραφίες βρίσκονται όλοι οι άλλοι εκτός από εμένα. Όμως εγώ ήμουν εκεί, πίσω από τη μηχανή. Ένιωθα και έβλεπα όλη την ιστορία που εκτυλισσόταν εκείνη τη στιγμή ακόμη κι εκείνη που δεν θα χωρούσε τελικά στο κάδρο.

«Τέσσερα χρόνια για να μάθεις να πατάς ένα κουμπί;»

Ήταν δεκαετία του ’90, όταν κάποιος με ρώτησε τι σπουδάζω και είπα «φωτογραφία». Αμέσως ακολούθησε η ερώτηση:

«Για πόσα χρόνια;»

«Τέσσερα».

«Τέσσερα χρόνια; Για να μάθεις να πατάς ένα κουμπί;»

Στο άκουσμα αυτό αρχικά έμεινα χωρίς λόγια και μετά γέλασα πολύ. Για αρκετούς, εκείνη την εποχή, φωτογραφία σήμαινε ακριβώς αυτό. Ένα κουμπί. Πατάς το κουμπί. Μόνο που η φωτογραφία ανέκαθεν ήταν και είναι τέχνη. Δημιουργία. Έκφραση. Ένας τρόπος να αφηγηθείς κάτι χωρίς να χρειαστεί να γράψεις ούτε μία λέξη. Πολλές φορές μια φωτογραφία δεν χρειάζεται καν λεζάντα. Γιατί, όταν μια εικόνα καταφέρνει πραγματικά να αφηγηθεί την ιστορία της, οι λέξεις μπορεί να περισσεύουν. Υπάρχει το βλέμμα, υπάρχει όμως και η γνώση. Το φως, το διάφραγμα, η ταχύτητα, ο φακός, η εστίαση. Η κατάκτηση του να γνωρίζεις τόσο καλά το εργαλείο σου, ώστε να μπορείς να μετατρέψεις αυτό που βλέπεις στην εικόνα που έχεις μέσα σου. Γιατί μπορεί το κουμπί πράγματι να το πατάει το δάκτυλο, αλλά τη φωτογραφία την έχει φτιάξει το βλέμμα σου πολύ πριν από το κλικ.

Ο κόσμος είναι 360°.

Η φωτογραφία όχι. Αυτός που κρατάει τη μηχανή επιλέγει. Ο φωτογράφος. Τι θα βάλει μέσα στο κάδρο και τι θα αφήσει έξω. Το πλήθος ή ένα πρόσωπο μέσα στο πλήθος; Το στημένο χαμόγελο ή εκείνο που εμφανίστηκε αυθόρμητα για ένα δευτερόλεπτο, όταν κανείς δεν ήξερε ότι τον κοιτάζουν; Πάντα αγαπούσα τις ανύποπτες στιγμές. Ίσως γι’ αυτό αγάπησα και το φωτορεπορτάζ. Όπου υπήρχε δρόμος, γεγονός, κόσμος, δράση, ήθελα να είμαι εκεί.Ήμουν πολύ νέα και βρέθηκα σ’ έναν αρκετά ανδροκρατούμενο χώρο. Θυμάμαι τους μεγαλύτερους των συνεργείων που με πρόσεχαν. Το τρίποδο, τους φακούς, τον εξοπλισμό που κουβαλούσα και φύλαγα σαν τα μάτια μου. Βροχή, κρύο, κακοκαιρία, καύσωνας, μικρή σημασία είχαν. Άλλοι συμφοιτητές και συνεργάτες μου αγαπούσαν το studio και τη μόδα. Έστηναν έναν κόσμο μέσα στο κάδρο και θαύμαζα τη δημιουργικότητά τους.Εγώ ήθελα κάτι διαφορετικό.Να προλάβω τον κόσμο την ώρα που συνέβαινε.

Τότε που είχαμε 36 ευκαιρίες

Και είχαμε φιλμ. 24 ή 36 στάσεις. Αυτό ήταν. Τίποτα παραπάνω. Εκτός εάν έβαζες δεύτερο φιλμ. Πάλι με 24 ή 36 στάσεις.Κάθε κλικ κόστιζε ένα καρέ. Δεν υπήρχε «βγάλε άλλες εκατό και διαλέγουμε μετά».Όταν εμφανίζαμε το φιλμ μετά από κάποιο φιλικό ενσταντανέ, όλα μπορούσαν να έχουν συμβεί. Κάποιος είχε κλείσει τα μάτια. Κάποιος άλλος είχε κουνηθεί. Μια φωτογραφία είχε βγει θολή. Ένα δάκτυλο είχε μπει μπροστά στον φακό. Το φλας είχε κάνει τη μισή φωτογραφία κάτασπρη.Μέχρι να εμφανίσουμε το φιλμ, δεν είχαμε ιδέα τι θα είχαμε στα χέρια μας μετά.Δεν κοιτούσαμε μια οθόνη αμέσως για να δούμε αν «βγήκαμε καλά».

Η παρέα συνέχιζε να γελάει, η βραδιά συνεχιζόταν και, όσο είχαμε «στάσεις», μπορεί να «σπαταλούσαμε» και όλο το φιλμ σε μια βραδιά.Η ζωή συνεχιζόταν. Κι εμείς περιμέναμε μέρες μέχρι να πάρουμε εκείνον τον φάκελο. Με το όνομα του φωτογραφείου τυπωμένο πάνω του. Και αν ήμασταν κοντά στο φωτογραφείο, κάναμε και καμιά στάση να ρωτήσουμε μήπως «εμφανίστηκαν οι φωτογραφίες;».Και όταν ήταν έτοιμες, αχ, τι χαρά είχε το άνοιγμα του φακέλου.

«Αυτή βγήκε τέλεια. Αυτή χάλια. Αυτή θέλω να την ξανατυπώσω. Αυτή θα τη δώσω στη φίλη μου».

Και εννοείται ότι υπήρχε πάντα εκείνη η φίλη που λάτρευε μια φωτογραφία στην οποία εμείς είχαμε βγει απαίσια, επειδή εκείνη είχε βγει καταπληκτική. Μαζί με τον φάκελο παίρναμε και τα αρνητικά. Και από αυτά κάναμε επανεκτυπώσεις.Μία για μένα. Μία για εσένα.Και έτσι οι φωτογραφίες ταξίδευαν από σπίτι σε σπίτι. Κάποιες έμπαιναν στο άλμπουμ. Άλλες σε κορνίζα. Άλλες σε κολάζ, σε λευκώματα.Και κάποιες, κάποια στιγμή, σκίζονταν επειδή μέσα τους υπήρχε ένα παλιό αγόρι που δεν θέλαμε να βλέπουμε ούτε φωτογραφιστό! Σήμερα πατάμε delete. Ομολογουμένως, το σκίσιμο είχε λίγο περισσότερο δράμα. Και δεν είχε και επιστροφή.Η φωτογραφία είχε γίνει κομμάτια.

Η μαγεία του σκοτεινού θαλάμου

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που είδα μια ασπρόμαυρη φωτογραφία να εμφανίζεται μπροστά στα μάτια μου.Ένα λευκό χαρτί μέσα στο υγρό της εμφάνισης. Και μέσα σε δευτερόλεπτα, ξαφνικά μια σκιά, μια γραμμή, ένα πρόσωπο. Η εικόνα.

Σοκ.Ήταν σχεδόν μαγεία.

Το ίδιο συναίσθημα είχα νιώσει όταν έμαθα να διαβάζω τις νότες στο πεντάγραμμο. Μέχρι τότε ήταν σημάδια πάνω σε γραμμές και ξαφνικά είχαν ήχο.Ένας άλλος κόσμος είχε ανοίξει στα μάτια μου. Μια άλλη μετάφραση, μια άλλη κρυμμένη γλώσσα. Η μουσική ήταν η μία. Η φωτογραφία ήταν η άλλη.

Και μερικά μαθήματα που δεν υπήρχαν στη σχολή

Φοιτήτρια λοιπόν, ανέλαβα κάποτε να φωτογραφίσω μια εταιρική εκδήλωση. Θα ήμουν περίπου είκοσι χρονών.Δεν ήταν ακριβώς το είδος φωτογραφίας που με ενθουσίαζε, αλλά χρειαζόμουν τα χρήματα - τα αναλώσιμα της φωτογραφίας τότε ήταν πολυέξοδα.Πήγα στην εκδήλωση, φωτογράφισα σε κλασικές πόζες - αυτή ήταν η οδηγία - και κάποιες αυθόρμητες, τους εργαζόμενους της εταιρείας, τα σημαντικά στελέχη, τον πρόεδρο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.

Πλήρωσα την αγορά των φιλμ, την εμφάνιση και τις εκτυπώσεις και ετοίμασα το contact sheet για τον άνθρωπο που με είχε προσλάβει για τη δουλειά.Το contact sheet ήταν ένα φύλλο με όλες τις λήψεις του φιλμ σε μικρογραφίες, από όπου επέλεγες εκείνες που άξιζε να τυπωθούν σε μεγαλύτερη διάσταση. Είχα τυπώσει με δικά μου έξοδα και δύο φωτογραφίες σε μεγαλύτερο μέγεθος. Ο άνθρωπος που με είχε προσλάβει τις πήρε. Τις χρησιμοποίησε στο Δελτίο Τύπου του. Και τις 10.000 δραχμές της συμφωνημένης αμοιβής μου δεν τις είδα ποτέ. Κάπως έτσι, μαζί με τη φωτογραφία, μάθαινα και μερικά ακόμη πράγματα για τη ζωή.Μερικά, μάλιστα, χωρίς να έχω γραφτεί στο αντίστοιχο μάθημα.

Όταν φωτογραφίζεις, επιλέγεις

Ο φωτογράφος επιλέγει το κάδρο. Με το φιλμ επιλέγαμε πότε άξιζε ένα από τα 36 κλικ.Στο contact sheet επιλέγαμε ποια λήψη θα τυπωθεί. Στο άλμπουμ ποια θα μείνει.Στους γάμους επιλέγουμε με ιδιαίτερη προσοχή τον φωτογράφο στον οποίο θα εμπιστευτούμε τη μνήμη μιας ημέρας που δεν επαναλαμβάνεται. Έχω φωτογραφίσει κι εγώ γάμους και ξέρω πόσο μεγάλη είναι αυτή η ευθύνη.

Και μετά επιλέγουμε φωτογραφίες σε όλη μας τη ζωή.Μπείτε σε οποιοδήποτε σπίτι. Από τις χιλιάδες φωτογραφίες μιας ζωής, γιατί αυτές οι πέντε βρίσκονται στις κορνίζες; Γιατί αυτή είναι στην οθόνη του κινητού; Γιατί εκείνη στο κομοδίνο; Γιατί η άλλη τυπώθηκε πάνω σε μια κούπα και χαρίστηκε σε κάποιον;Και κάποτε υπήρχαν εκείνα τα μενταγιόν που άνοιγαν στα δύο.Ένα κόσμημα απέξω, ένας θησαυρός από μέσα: μια μικροσκοπική, συχνά ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός αγαπημένου προσώπου. Ένα φυλαχτό.

Σήμερα μπορεί να έχουμε το ίδιο πρόσωπο στην οθόνη του κινητού μας. Απλά, άλλαξε το αντικείμενο. Η ανάγκη, όμως, νομίζω πως παραμένει ίδια: να έχουμε κοντά μας εκείνους που αγαπάμε, ακόμη κι όταν δεν είναι δίπλα μας.

Δεν αλλάζει η φωτογραφία. Αλλάζουμε εμείς.Συμβαίνει κάτι παράξενο στις φωτογραφίες.Τη στιγμή που τις τραβάμε, βλέπουμε ένα πράγμα. Χρόνια αργότερα, βλέπουμε άλλο.Τότε βλέπαμε το παιδί μας, σήμερα βλέπουμε πόσο μικρό ήταν. Τότε βλέπαμε τον εαυτό μας και σήμερα βλέπουμε πόσο νέοι και όμορφοι ήμασταν. Τώρα είμαστε μόνο όμορφοι, εννοείται.

Κάποτε βλέπαμε ένα τραπέζι με φίλους. Σήμερα μπορεί να είναι η μοναδική φωτογραφία όπου βρίσκονται όλοι μαζί. Φωτογραφίζαμε τους γονείς μας και τώρα βλέπουμε τα χέρια τους, το χαμόγελό τους, το πώς μας κοιτούσαν. Η εικόνα είναι η ίδια.Το πώς την κοιτάζουμε εμείς αλλάζει.Και ίσως γι’ αυτό η φωτογραφία δεν μας θυμίζει μόνο ότι ήμασταν εκεί.

Μπορεί να μας θυμίσει ποιοι ήμασταν όταν ήμασταν εκεί.

Έχω μια φωτογραφία μου πάνω σ’ ένα ferry boat, από το Ellis Island προς το Άγαλμα της Ελευθερίας.Δεν είναι η φωτογραφία στην οποία είμαι η πιο όμορφη. Δεν είναι καν καμιά σπουδαία φωτογραφία. Ίσα ίσα που είναι κακοφωτισμένη, τα μαλλιά μου τα έχει πάρει ο αέρας, κάνει κρύο αλλά είμαι τόσο ευτυχισμένη.

Κοιτάζω σήμερα εκείνο το κορίτσι στη φωτογραφία και σκέφτομαι: το κορίτσι εκείνο δεν γνωρίζει ακόμα τα πράγματα που γνωρίζω εγώ σήμερα.Εκείνο όμως ξέρει κάτι που εγώ χρειάζομαι καμιά φορά να θυμάμαι: πώς είναι να αισθάνεσαι ότι ο κόσμος είναι ανοιχτός μπροστά σου.

Έχω εξαιρετική κάμερα στο κινητό μου, όμως...

Το 1957, ο Russell Kirsch δημιούργησε την πρώτη ψηφιακή εικόνα σαρώνοντας τη φωτογραφία του τριών μηνών γιου του, Walden. Η εικόνα είχε ανάλυση μόλις 176 × 176 pixels. Σήμερα έχουμε στην τσέπη μας - κυριολεκτικά - τεχνολογία που εκείνη την εποχή σίγουρα θα έμοιαζε επιστημονική φαντασία. Σχεδόν όλοι μας έχουμε πολύ καλή κάμερα στο κινητό μας.

Αλλά όταν παίρνω τη φωτογραφική μου, πηγαίνω να φωτογραφίσω.Καμιά φορά θέλω να πάρω την αναλογική μου, που εξακολουθώ να έχω σε περίοπτη θέση, και τότε συνειδητοποιώ ότι για να αγοράσω φιλμ πρέπει πια να κατέβω μέχρι το κέντρο της πόλης.Παλαιομοδίτισσα; Ίσως.Για μένα όμως υπάρχει ακόμη διαφορά.

Και ναι, εξακολουθώ να τυπώνω φωτογραφίες. Από τη φωτογραφική, από το κινητό, δεν έχει σημασία από πού. Θέλω κάποιες να φύγουν από την οθόνη.Να γίνουν χαρτί. Να μπορώ να τις πιάσω, να τις βάλω σε ένα άλμπουμ ή σε μια κορνίζα. Να τις βάλω στο ψυγείο που ανοίγω κάθε μέρα και να τις βλέπω.Ίσως γιατί κάποιες αναμνήσεις θέλω να μπορώ να τις κρατήσω στα χέρια μου. Να τις νιώσω, να νιώσω την υφή τους, αν είναι ματ ή γυαλιστερές, να γράψω από πίσω μια σκέψη μου.

Ποια φωτογραφία θα διάλεγες;

Θα πω κάτι που, όταν το λέω στους ανθρώπους γύρω μου, με κοιτάζουν λίγο περίεργα.Έχω σκεφτεί ποιες φωτογραφίες μου θα ήθελα κάποτε να μείνουν όταν εγώ δεν θα είμαι εδώ. Ναι, ακούγεται λίγο μακάβριο. Αλλά εγώ δεν το αισθάνομαι έτσι. Όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει, κάποιος ψάχνει μια φωτογραφία του. Και δεν ψάχνει οποιαδήποτε. Ψάχνει εκείνη που κάτι λέει γι’ αυτόν. Ή, τουλάχιστον, έτσι εγώ προσωπικά θα ήθελα να γίνεται. Γιατί καμιά φορά εκείνοι που μένουν πίσω επιλέγουν την εικόνα που θεωρούν εκείνοι «σωστή». Εκείνη που ταιριάζει στις συμβάσεις, στα στερεότυπα, ίσως και στο «τι θα πει ο κόσμος».

Εγώ θα ήθελα κάτι διαφορετικό.Να με θυμούνται μέσα από φωτογραφίες στις οποίες αναγνωρίζω εγώ τον εαυτό μου.Όχι απαραίτητα εκείνες στις οποίες είμαι πιο όμορφη, πιο στημένη ή πιο «κατάλληλη». Εκείνες στις οποίες ήμουν περισσότερο εγώ.Γι’ αυτό ξέρω ήδη μερικές από τις δικές μου.Εκείνη στο ferry boat είναι μία. Μία άλλη είναι μια σύνθεση με τα παιδιά μου - μικρά τότε, μεγάλα σήμερα. Δυο στιγμές της ίδιας ζωής μέσα σε μία εικόνα. 

Υπάρχει και μία ακόμη. Μια φωτογραφία που ξέρω ότι πιθανότατα θα προκαλούσε αντιδράσεις αν κάποτε επέμενε κάποιος να τη βάλει στο μνήμα μου. Κι όμως, εγώ τη θέλω.

Γιατί όταν την κοιτάζω δεν βλέπω αυτό που ίσως θα έβλεπαν πρώτα οι άλλοι. Βλέπω ελευθερία. Βλέπω ευτυχία. Βλέπω εμένα.Και τελικά, αν ακόμη και στην τελευταία φωτογραφία που θα επιλέξουν για εμάς πρέπει να χωρέσουμε στο «τι θα πει ο κόσμος», τότε πότε ακριβώς θα επιτρέψουμε στον εαυτό μας να είναι απλώς αυτός που είναι;

Ίσως, αν κάποτε έπρεπε να αφήσουμε πίσω μας λίγες μόνο εικόνες, να μη διαλέγαμε εκείνες στις οποίες δείχνουμε καλύτεροι.Θα διαλέγαμε εκείνες στις οποίες ήμασταν περισσότερο εμείς.

Αυτό δεν θέλω να το χάσω...

Έχω βγάλει τόσες φωτογραφίες στη ζωή μου που είναι αμέτρητες.Και ελπίζω να βγάλω άλλες τόσες.Όχι επειδή πιστεύω ότι η φωτογραφία μπορεί να σταματήσει τον χρόνο. Δεν μπορεί. Εμείς θα μεγαλώσουμε. Τα παιδιά θα μεγαλώσουν. Τα σπίτια θα αλλάξουν. Τα ταξίδια θα τελειώσουν. Οι άνθρωποι θα έρθουν και θα φύγουν.Η ζωή θα συνεχίσει να κινείται, είτε προλάβουμε να σηκώσουμε τη μηχανή είτε όχι.

Αλλά κάποιες φορές θα συμβεί εκείνο το μαγικό.Θα κοιτάξεις μέσα από τον φακό και, χωρίς να ξέρεις ακριβώς γιατί, θα το αισθανθείς.

Αυτή είναι.Κλικ.

Μπορεί να μην ξέρουμε ακόμη γιατί είναι σημαντική εκείνη η στιγμή.Μπορεί να το μάθουμε σε είκοσι χρόνια.Γιατί φωτογραφίζουμε στιγμές, μέρη και ανθρώπους που δεν ξέρουμε ακόμη πόσο θα μας λείψουν.Και ίσως πίσω από το φιλμ, τα αρνητικά, τα άλμπουμ, τις κορνίζες, τα μενταγιόν, τα κινητά και τους σκληρούς δίσκους να κρύβεται τελικά η ίδια, πολύ απλή ανθρώπινη ανάγκη.Να κοιτάξουμε έναν άνθρωπο, μια στιγμή, μια ζωή και να πούμε:Αυτό δεν θέλω να το χάσω.

Γι’ αυτό, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Φωτογραφίας, στις 19 Αυγούστου, δεν θα ήθελα να σας πω απλώς να βγάζετε περισσότερες φωτογραφίες.Θα σας πω να κοιτάξετε μία.Μια παλιά.Να μείνετε λίγο εκεί.

Και αν υπάρχει κάποια που σας κάνει να χαμογελάτε, να θυμάστε, να συγκινείστε, τυπώστε την.Ίσως και δύο φορές.Κρατήστε τη μία.Και χαρίστε την άλλη στον άνθρωπο που ήταν εκεί μαζί σας.

Γιατί μαζί με μια φωτογραφία μπορούμε να χαρίσουμε κάτι που δεν αγοράζεται.«Το θυμάσαι;»Και μαζί:«Το θυμάμαι κι εγώ.»

Εσείς τι λέτε;

Ποια φωτογραφία θα μπορούσε σήμερα να σας θυμίσει όχι μόνο πού ήσασταν, αλλά ποιοι ήσασταν τότε;

 

Copyright © All rights reserved
mardouradio.com Live